मिकविन

αρρωστημένος

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

αρρωστημένος

यह कहाँ से आया

αρρωστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αρρωσταίνω

क्रिया αρρωστημένος · αρρωστημένη · αρρωστημένο · αρρωστημένου · αρρωστημένης

  1. νοσηρός, κυρίως με την έννοια τη συναισθηματική και ψυχική, αλλά και κυριολεκτικά, μη υγιεινός Αυτή η κατάσταση είναι αρρωστημένη, ας χωρίσουμε να ξεμπερδεύουμε

अंग्रेज़ी में

  • sick colloquial: in bad taste

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"αρρωστημένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αρρωστημένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"αρρωστημένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αρρωστημένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}