αρσενικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αρσενικό

Where it comes from

αρσενικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αρσενικός. Εννοείται η λέξη γένος

noun αρσενικό

  1. γραμματική το γένος ονομάτων ουσιαστικών ή επιθέτων, αντωνυμιών που αντιστοιχεί στο βιολογικό γένος του αρσενικού. Για πράγματα και αφηρημένες έννοιες η αντιστοιχία είναι αυθαίρετη το «πόλεμος», «αθλητισμός», «άντρας», «κορίτσαρος», «Θεσσαλονικός» είναι αρσενικά
  2. ο άντρας αντιπροσωπευτικός του φύλου του με έντονα αντρικά χαρακτηριστικά Μα τι αρσενικό είν' αυτός! Όλα τα κορίτσια τρέχουν ξωπίσω του.
  3. οποιοδήποτε αρσενικό μέρος εξαρτήματος Δε θα δουλέψει η μηχανή αν δε βάλεις το αρσενικό σωστά

noun αρσενικό · αρσενικού

  1. χημεία χημικό στοιχείο, που ανήκει στα μεταλλοειδή, με ατομιθό αριθμό 33 και χημικό σύμβολο το As, με σταχτί χρώμα και μεταλλική λάμψη, το οποίο σχηματίζει τοξικές ενώσεις
  2. ονομασία διάφορων τοξικών ενώσεων του στοιχείου που χρησιμοποιούνται σαν δηλητήρια

adjective αρσενικό

  1. accusative, masculine, singular, αρσενικό αιτιατική ενικού του αρσενικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αρσενικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αρσενικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αρσενικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"αρσενικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αρσενικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}