αρσενικό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αρσενικό
Where it comes from
αρσενικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αρσενικός. Εννοείται η λέξη γένος
noun αρσενικό
- το γένος ονομάτων ουσιαστικών ή επιθέτων, αντωνυμιών που αντιστοιχεί στο βιολογικό γένος του αρσενικού. Για πράγματα και αφηρημένες έννοιες η αντιστοιχία είναι αυθαίρετη το «πόλεμος», «αθλητισμός», «άντρας», «κορίτσαρος», «Θεσσαλονικός» είναι αρσενικά
- ο άντρας αντιπροσωπευτικός του φύλου του με έντονα αντρικά χαρακτηριστικά Μα τι αρσενικό είν' αυτός! Όλα τα κορίτσια τρέχουν ξωπίσω του.
- οποιοδήποτε αρσενικό μέρος εξαρτήματος Δε θα δουλέψει η μηχανή αν δε βάλεις το αρσενικό σωστά
noun αρσενικό · αρσενικού
- χημικό στοιχείο, που ανήκει στα μεταλλοειδή, με ατομιθό αριθμό 33 και χημικό σύμβολο το As, με σταχτί χρώμα και μεταλλική λάμψη, το οποίο σχηματίζει τοξικές ενώσεις
- ονομασία διάφορων τοξικών ενώσεων του στοιχείου που χρησιμοποιούνται σαν δηλητήρια
In English
Talk about this word "αρσενικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. αρσενικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C "αρσενικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αρσενικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}