αρτοποιός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αρτοποιός¹
Where it comes from
αρτοποιός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρτοποιός (< ἄρτος + ποιέω), αναλύεται σε άρτο(ς) + -ποιός
noun αρτοποιός · αρτοποιοί · αρτοποιού · αρτοποιών · αρτοποιό · αρτοποιούς
- ο φούρναρης / η φουρνάρισσα
Αρτοποιός²
Where it comes from
Αρτοποιός < επάγγελμα αρτοποιός
proper noun Αρτοποιός · Αρτοποιοί · Αρτοποιού · Αρτοποιών · Αρτοποιό · Αρτοποιούς
- ανδρικό επώνυμο ※ Για μια δύσκολη πυρκαγιά, με την ταχύτητα των ανέμων στις μέγιστες τιμές να ξεπερνά τα 80 χιλιόμετρα την ώρα, έκανε λόγο ο εκπρόσωπος της Πυροσβεστικής Γιάννης Αρτοποιός στην έκτακτη ενημέρωση για την εξέλιξη της φωτιάς που ξέσπασε το απόγευμα της Τρίτης στην Πεντέλη.
In English
- baker person who bakes and sells bread, etc
Talk about this word "αρτοποιός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αρτοποιός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82 "αρτοποιός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αρτοποιός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}