αρχαία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αρχαία

  • aɾˈçe.a

Where it comes from

αρχαία < αρχαί(ος) + -α

adverb αρχαία

  1. με αρχαίο ύφος ή τρόπο ※ όταν, μετά την απελευθέρωση, έπεσαν απάνω στην απλοϊκή μικρούλα Ελλάδα όλοι οι δασκάλοι κι ήθελαν να την ντύσουν αρχαία, να μιλάει αρχαία, να κυβερνιέται αρχαία, ο Κολοκοτρώνης κουνούσε το μυαλωμένο νηφάλιο κεφάλι του με θυμό και περγέλιο.

    Similar: αρχαϊκά

noun αρχαία

  1. familiar, προφορικό οι αρχαιότητες Θα πάμε εκδρομή στο Χ, να δούμε και τ' αρχαία.
  2. familiar, προφορικό, εκπαίδευση τα αρχαία ελληνικά, ως γλώσσα και ως σχολικό μάθημα Αύριο θα γράψουμε διαγώνισμα στα αρχαία.

adjective αρχαία

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαίος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αρχαίος

Talk about this word

Cite this
MLA

"αρχαία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αρχαία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αρχαία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αρχαία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}