αρχαιοζωικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αρχαιοζωικός

Where it comes from

αρχαιοζωικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική Archaeozoic < αρχαία ελληνική ἀρχαῖος + ζωϊκός < ζῷον

adjective αρχαιοζωικός · αρχαιοζωική · αρχαιοζωικό · αρχαιοζωικού · αρχαιοζωικής

  1. γεωλογία που αφορά τον αρχαιοζωικό αιώνα, δηλαδή την αρχαιότερη φάση της ιστορίας της Γης, πριν την εμφάνιση οργανικής ζωής, όταν ο στερεός φλοιός και η ατμόσφαιρα μόλις είχαν διαμορφωθεί

In English

  • Archaean of eon from 3,800 to 2,500 million years ago

Talk about this word

Cite this
MLA

"αρχαιοζωικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%B6%CF%89%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αρχαιοζωικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%B6%CF%89%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αρχαιοζωικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%B6%CF%89%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αρχαιοζωικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%B6%CF%89%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}