ميكوين

αρχαιότητα

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

αρχαιότητα

  • aɾ.çeˈo.ti.ta

من أين أتت

αρχαιότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρχαιότης (παλιά ιστορία), από την αιτιατική ενικού σε -ότητα «τὴν ἀρχαιότητα» < ἀρχαῖος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική antiquité

:* για τον πληθυντικό αρχαιότητες > σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική antiquités (πληθυντικός)

:* για τη σημασία «παλαιότητα όπως στις προαγωγές» > σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική seniority

اسم αρχαιότητα · αρχαιότητες · αρχαιότητας · αρχαιοτήτων

  1. οι αρχαίοι χρόνοι Οι Έλληνες κατά την αρχαιότητα δημιούργησαν έναν μεγάλο πολιτισμό.
  2. αρχαιότητες: αντικείμενα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος έμπορος αρχαιοτήτων, Εφορεία Αρχαιοτήτων
  3. για εργαζόμενους η παλαιότητα στη χρονική διάρκεια που κάποιος κατέχει μια θέση στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα Οι προαγωγές έγιναν κατ' αρχαιότητα.

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"αρχαιότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αρχαιότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"αρχαιότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αρχαιότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}