αρχιπέλαγος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αρχιπέλαγος
- aɾ.çiˈpe.la.ɣos
Where it comes from
αρχιπέλαγος < (μαρτυρείται από το 1728), λόγιο (αντιδάνειο) ιταλική arcipelago < μεσαιωνικός υποθετικός τύπος *ἀρχιπέλαγος (ανοιχτό πέλαγος) < αρχαία ελληνική ἀρχι- + πέλαγος. Συγκρίνετε με το ουδέτερο αρχιπέλαγο (αρχι- + πέλαγος)
noun αρχιπέλαγος · αρχιπελάγη · αρχιπελάγους · αρχιπελαγών
- η μεγάλη σε έκταση περιοχή της θάλασσας που περιλαμβάνει ομάδα ή ομάδες νησιών
- σύμπλεγμα νησιών ή και μερών από νησιά που συνδέονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτελούν μια αυτόνομη ενότητα σε οικονομικό, πολιτικό ή γεωγραφικό επίπεδο ή να θεωρούνται ως μια ιστορική ενότητα
- τα νησιά του Αιγαίου Διοίκηση Αρχιπελάγους
In English
- archipelago group of many islands
Talk about this word "αρχιπέλαγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αρχιπέλαγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%82 "αρχιπέλαγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αρχιπέλαγος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}