αρωμουνικά

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αρωμουνικά

Where it comes from

αρωμουνικά < (άμεσο δάνειο) λατινική Romanus (Ρωμαίος)

noun αρωμουνικά · αρωμουνικών

  1. γλώσσα λατινογενής γλώσσα που μιλιέται σε διάφορες, κυρίως ορεινές, περιοχές των νοτίων Βαλκανίων. Στη μορφολογία και στη γραμματική έχει αρκετές ομοιότητες με τα ρουμανικά, ενώ το λεξιλόγιο έχει -σε μεγάλο βαθμό- δανειστεί λέξεις από τα ελληνικά και τα αλβανικά. Αντίθετα, τα ρουμανικά έχουν επηρεαστεί λεξιλογικά από τις σλαβικές γλώσσες και τα ουγγρικά. Υπάρχει και η άποψη -η όχι απαλλαγμένη από πολιτικές σκοπιμότητες- ότι τα αρωμουνικά είναι απλά μια διάλεκτος της Ρουμανικής γλώσσας.

Similar: βλάχικα, κουτσοβλάχικα, αρβανιτοβλάχικα, αρβαντοβλάχικα

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αρωμουνικά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αρωμουνικά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC

Chicago

"αρωμουνικά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αρωμουνικά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}