ασεξουαλικότητα
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
ασεξουαλικότητα
Από πού έρχεται
ασεξουαλικότητα < αγγλική asexuality
ουσιαστικό ασεξουαλικότητα · ασεξουαλικότητες · ασεξουαλικότητας · ασεξουαλικοτήτων
- η έλλειψη ενδιαφέροντος για το σεξ
- η μη συναίσθηση του να ανήκει κάποιος ή κάποια σε ορισμένο φύλο
Στα αγγλικά
- asexuality state of not experiencing sexual attraction
Συζήτησε αυτή τη λέξη "ασεξουαλικότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ασεξουαλικότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1 "ασεξουαλικότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {ασεξουαλικότητα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}