ασθματικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ασθματικός

Where it comes from

ασθματικός < άσθματ(ος) + -ικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

adjective ασθματικός · ασθματική · ασθματικό · ασθματικού · ασθματικής

  1. ο σχετικός με το άσθμα
  2. ο άρρωστος από άσθμα είμαι ασθματικός και μερικές φορές δεν μπορώ να αναπνεύσω καλά
  3. μεταφορικά: σε γοργό, αγχώδη ρυθμό ※ Η γραφή του Ζ. Εσενόζ , σφύζουσα , μοντέρνα , συχνά καινοτόμος , ασθματική , παραστατική , εντονότατα σαρκαστική και αιχμηρή , αποτελεί την ξεχωριστή αρετή αυτού του μυθιστορήματος (περιοδικό Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2003, σελ. 62)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ασθματικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%B8%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ασθματικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%B8%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ασθματικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%B8%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασθματικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%B8%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}