ασιάτης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ασιάτης¹

noun ασιάτης · ασιάτες · ασιάτη · ασιατών

  1. adjective, σε επιθετική λειτουργία ο Ασιάτης

Ασιάτης²

  • a.siˈa.tis

Where it comes from

Ασιάτης < αρχαία ελληνική Ἀσιάτης. Συγχρονικά αναλύεται σε Ασία + -της

proper noun Ασιάτης · Ασιάτες · Ασιάτη · Ασιατών

  1. demonym, πατριδωνυμικό αυτός που κατάγεται από την Ασία ※ Νέα γενετική μελέτη δείχνει ότι οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι φέρουν περισσότερα γονίδια Νεάντερταλ από τους Ασιάτες, ενώ οι Αφρικανοί δεν κληρονόμησαν κανένα. Και τα γονίδια που δανειστήκαμε από τα ξαδέλφια μας δεν αποκλείεται να επηρεάζουν τη λειτουργία του εγκεφάλου και την κατανομή του λίπους στο σώμ

Similar: Ασιανός

Thesaurus

proper noun

Similar: Ασιανός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ασιάτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ασιάτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"ασιάτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασιάτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}