ασκίτης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Ασκίτης¹

Where it comes from

Ασκίτης < + -ίτης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

proper noun Ασκίτης · Ασκίτηδες · Ασκίτη · Ασκίτηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

ασκίτης²

Where it comes from

ασκίτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀσκίτης < αρχαία ελληνική ἀσκός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ascite ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική ascites)

noun ασκίτης · ασκίτες · ασκίτη · ασκιτών

  1. ιατρική παθολογική συγκέντρωση υγρού στην περιτοναϊκή κοιλότητα, συνήθως ως εκδήλωση ηπατικής, καρδιακής ή άλλης σοβαρής νόσου ※ Παρόλο που η διάγνωση του ασκίτη μπορεί να βασιστεί αρχικά στο ιστορικό και τη φυσική εξέταση, η τελική επιβεβαίωση βασίζεται στην επιτυχή παρακέντηση της κοιλιάς ή στην ανίχνευση ασκίτη απεικονιστικά.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ασκίτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ασκίτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"ασκίτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασκίτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}