ασκώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ασκώ
- aˈsko
Where it comes from
ασκώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσκέω, ἀσκῶ.
verb ασκώ · ασκούσα · ασκήσω · άσκησα · ασκούμαι · ασκημένος
- υποβάλλω σε συστηματική εργασία για την ανάπτυξη σωματικών δυνάμεων ή πνευματικών ικανοτήτων Ασκώ το σώμα και το πνεύμα μου.
- προχωρώ σε μια ενέργεια που προβλέπεται από νόμους ή κανονισμούς ※ Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολο
- ενεργώ με ορισμένο τρόπο· συχνά ως απολεξικοποιημένο ρήμα ασκώ βία, ασκώ πίεση (πιέζω), ασκώ ένα επάγγελμα
In English
Talk about this word "ασκώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BA%CF%8E. Accessed 6 Nov. 2026. ασκώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BA%CF%8E "ασκώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BA%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ασκώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BA%CF%8E},
urldate = {2026-11-06}
}