ασκώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ασκώ

  • aˈsko

Where it comes from

ασκώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσκέω, ἀσκῶ.

verb ασκώ · ασκούσα · ασκήσω · άσκησα · ασκούμαι · ασκημένος

  1. υποβάλλω σε συστηματική εργασία για την ανάπτυξη σωματικών δυνάμεων ή πνευματικών ικανοτήτων Ασκώ το σώμα και το πνεύμα μου.
  2. προχωρώ σε μια ενέργεια που προβλέπεται από νόμους ή κανονισμούς ※ Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολο
  3. ενεργώ με ορισμένο τρόπο· συχνά ως απολεξικοποιημένο ρήμα ασκώ βία, ασκώ πίεση (πιέζω), ασκώ ένα επάγγελμα

In English

  • train to practice an ability
  • exert to put in vigorous action
  • practise to pursue (a career, especially law, fine art or medicine)

Talk about this word

Cite this
MLA

"ασκώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BA%CF%8E. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ασκώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BA%CF%8E

Chicago

"ασκώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BA%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασκώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BA%CF%8E},
  urldate = {2026-11-06}
}