ασουλούπωτος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ασουλούπωτος

Where it comes from

ασουλούπωτος < α- + σουλουπώ(νω) + -τος

adjective ασουλούπωτος · ασουλούπωτη · ασουλούπωτο · ασουλούπωτου · ασουλούπωτης

  1. για άνθρωπο που δεν έχει καλοσχηματισμένο σώμα με αρμονικές αναλογίες
  2. για άνθρωπο χωρίς προσεγμένη εμφάνιση, κακοντυμένος
  3. για ρούχο κακοραμμένος, άκομψος, αταίριαστος με τις σωματικές αναλογίες αυτού που τον φοράει

Talk about this word

Cite this
MLA

"ασουλούπωτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

ασουλούπωτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ασουλούπωτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασουλούπωτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-08}
}