ασπίδα

Ελληνικά · Sinónimos y antónimos

AI En palabras sencillas

Escribiendo una explicación breve…

Escrito por una IA de la casa a partir de la entrada de abajo, en tu idioma. La fuente es la entrada misma.

ασπίδα

  • aˈspi.ða

De dónde viene

ασπίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσπίς από την αιτιατική «τὴν ἀσπίδα»

:* για την προστατευτική κατασκευή < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική bouclier

:* για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική shiled

sustantivo ασπίδα · ασπίδες · ασπίδας · ασπίδων

  1. οπλισμός, ιστορία προσωπικό αμυντικό όπλο της αρχαιότητας και του μεσαίωνα που το κρατούσε μπροστά του ο πολεμιστής για να προφυλαχτεί ※ Ο Απόλλωνας... Είχε για σύμβολο τη λύρα. Ο Άρης\, ο θεός του πολέμου. Το σύμβολό του ήταν τα όπλα: η ασπίδα, η περικεφαλαία και το δόρυ. (Θεόδωρος Παπαλοΐζος, Η Αδερφή μου στην Αθήνα, 2005)
  2. figuratively, μεταφορικά σύνολο μέσων προστασίας από κίνδυνο ή απειλή
  3. φίδι είδος δηλητηριώδους φιδιού, ο αστρίτης

Parecidas: αιγίδα

Sinónimos y antónimos

sustantivo

Parecidas: αιγίδα

En inglés

Conversar sobre esta palabra

Citar
MLA

"ασπίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ασπίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"ασπίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασπίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}