ασπιρίνη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ασπιρίνη
- a.spiˈɾi.ni
Where it comes from
ασπιρίνη < (λόγιο δάνειο) γαλλική aspir(ine) + -ίνη < γερμανική Aspirin, επωνυμία του φαρμάκου
noun ασπιρίνη · ασπιρίνες · ασπιρίνης · ασπιρινών · ασπιρίνων
- φαρμακευτικό σκεύασμα που έχει ως δραστική ουσία το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, με αναλγητική, αντιπυρετική κι αντιφλεγμονώδη δράση
- το ένα δισκίο ασπιρίνης Πήρα μία ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο.
- ελαφρά θεραπεία ή ήπιο, πρόχειρο μέτρο αντιμετώπισης ενός προβλήματος που δε λύνει το πρόβλημα. Προσπαθεί να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα με ασπιρίνες: μικρά δάνεια και αναβολές πληρωμών.
In English
- aspirin analgesic drug
Talk about this word "ασπιρίνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ασπιρίνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7 "ασπιρίνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ασπιρίνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}