ασπλαχνία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ασπλαχνία
Where it comes from
ασπλαχνία < ελληνιστική κοινή ἀσπλαγχνία
noun ασπλαχνία · ασπλαχνίες · ασπλαχνίας · ασπλαχνιών
- το να είναι κάποιος άσπλαχνος, η ιδιότητα του άσπλαχνου ※ Ας πούμε εν τάχει ότι ο Πέτρος Σαπουντζής συνοψίζει ό,τι περισσότερο απεχθάνομαι στο ανθρώπινο είδος: τον τσαρλατανισμό, τον εξυπνακισμό, την ασπλαχνία, την τέχνη να θεωρείς ότι οι καλεσμένοι σου είναι ένα μάτσο σκατά, οι τηλεθεατές σου είναι ένα μάτσο σκατά κι εσύ ο σκατένιος μαέστρος της πιο σκα
Similar: αλυπησιά, σκληρότητα
Thesaurus
noun
Similar: αλυπησιά, σκληρότητα
Talk about this word "ασπλαχνία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ασπλαχνία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B1 "ασπλαχνία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ασπλαχνία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}