ασπρίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ασπρίζω
Where it comes from
ασπρίζω < άσπρος
verb ασπρίζω · άσπριζα · θα ασπρίζω · να ασπρίζω · ασπρίζοντας
- κάνω κάτι να γίνει άσπρο, λευκό
- αποκτώ άσπρο χρώμα ή έχω άσπρο χρώμα ※ τους πήγε, μαζί με τη θεια Ελέγκω και το Ντίνο, έξω στην Κυψέλη, πέρ' απ’ το ρέμα που περνάει πίσω απ’ τη Σχολή των Ευελπίδων και το Ιππικό. Εκεί παραόξω, που μόλις κάνουν πως αρχίζουν τα Τουρκοβούνια, απάνω σ’ ένα λόφο ολοστρόγγυλο κι ανοιχτόν απ' όλες τις μεριές, όλο θυμάρι και βοτάνια του βουνο
- τα μαλλιά μου γίνονται άσπρα ※ Η μεγαλόσωμη αρχόντισσα είχε ασπρίσει σε λίγα εικοσιτετράωρα, όταν έμαθε για ποιο λόγο δεν είχε γυρίσει απ’ την εκδρομή του ο μοναχογιός της. (Τάσος Αθανασιάδης (2004) Η αίθουσα του θρόνου [μυθιστόρημα])
- ασβεστώνω
In English
Talk about this word "ασπρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ασπρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89 "ασπρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ασπρίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}