ασπρίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ασπρίζω

Where it comes from

ασπρίζω < άσπρος

verb ασπρίζω · άσπριζα · θα ασπρίζω · να ασπρίζω · ασπρίζοντας

  1. transitive, μεταβατικό κάνω κάτι να γίνει άσπρο, λευκό
  2. intransitive, αμετάβατο αποκτώ άσπρο χρώμα ή έχω άσπρο χρώμα ※ τους πήγε, μαζί με τη θεια Ελέγκω και το Ντίνο, έξω στην Κυψέλη, πέρ' απ’ το ρέμα που περνάει πίσω απ’ τη Σχολή των Ευελπίδων και το Ιππικό. Εκεί παραόξω, που μόλις κάνουν πως αρχίζουν τα Τουρκοβούνια, απάνω σ’ ένα λόφο ολοστρόγγυλο κι ανοιχτόν απ' όλες τις μεριές, όλο θυμάρι και βοτάνια του βουνο
  3. intransitive, αμετάβατο τα μαλλιά μου γίνονται άσπρα ※ Η μεγαλόσωμη αρχόντισσα είχε ασπρίσει σε λίγα εικοσιτετράωρα, όταν έμαθε για ποιο λόγο δεν είχε γυρίσει απ’ την εκδρομή του ο μοναχογιός της. (Τάσος Αθανασιάδης (2004) Η αίθουσα του θρόνου [μυθιστόρημα])
  4. transitive, μεταβατικό ασβεστώνω

In English

  • whitewash (transitive) to paint (a building, a wall, etc.) a bright white with whitewash;
  • whiten to make white or whiter; to bleach or blanch

Talk about this word

Cite this
MLA

"ασπρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ασπρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"ασπρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασπρίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}