מיקווין

ασσυριακός

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

ασσυριακός

  • a.si.ɾi.aˈkos

מאיפה זה בא

ασσυριακός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Ἀσσύρι(οι) + -ακός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Assyrian

שם תואר ασσυριακός · ασσυριακή · ασσυριακό · ασσυριακού · ασσυριακής

  1. ο σχετικός με την Ασσυρία ή τους Ασσύριους αυτή η εγκυκλοπαίδεια περιέχει πληροφορίες για την ασσυριακή ιστορία

באנגלית

  • Assyrian of or pertaining to the ancient region on the Upper Tigris river

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"ασσυριακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%83%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ασσυριακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%83%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ασσυριακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%83%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασσυριακός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%83%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}