αστέρι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αστέρι
- aˈste.ɾi
Where it comes from
αστέρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀστέρι < ελληνιστική κοινή *ἀστέριον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική λέξη ἀστήρ. Δείτε και αστέρας, άστρο.
noun αστέρι · αστέρια · αστεριού · αστεριών
- φωτεινό ουράνιο σώμα. αυτό το ουράνιο σώμα, όπως είναι ορατό από τη γη
- ομοίωμα φωτεινής πηγής στον ουρανό (ζωγραφισμένο, χάρτινο ή από άλλο υλικό) ένα πεντάκτινο αστέρι
- διακριτικό βαθμού για αξιωματικούς του στρατού ο λοχαγός φέρει στην επωμίδα του τρία ασημένια αστέρια
- σύμβολο που χρησιμοποιείται για την βαθμολόγηση των ξενοδοχείων αλλά και εστιατορίων, θεαμάτων κλπ
- άνθρωπος με μεγάλη λάμψη και επιτυχία, ιδίως στον καλλιτεχνικό χώρο
- άνθρωπος πανέξυπνος αυτό το παιδί είναι αστέρι στα μαθηματικά
In English
Talk about this word "αστέρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. αστέρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B9 "αστέρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αστέρι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}