αστέρι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αστέρι

  • aˈste.ɾi

Where it comes from

αστέρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀστέρι < ελληνιστική κοινή *ἀστέριον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική λέξη ἀστήρ. Δείτε και αστέρας, άστρο.

noun αστέρι · αστέρια · αστεριού · αστεριών

  1. αστρονομία φωτεινό ουράνιο σώμα. αυτό το ουράνιο σώμα, όπως είναι ορατό από τη γη
  2. ομοίωμα φωτεινής πηγής στον ουρανό (ζωγραφισμένο, χάρτινο ή από άλλο υλικό) ένα πεντάκτινο αστέρι
  3. στρατιωτικός όρος διακριτικό βαθμού για αξιωματικούς του στρατού ο λοχαγός φέρει στην επωμίδα του τρία ασημένια αστέρια
  4. σύμβολο που χρησιμοποιείται για την βαθμολόγηση των ξενοδοχείων αλλά και εστιατορίων, θεαμάτων κλπ
  5. άνθρωπος με μεγάλη λάμψη και επιτυχία, ιδίως στον καλλιτεχνικό χώρο
  6. άνθρωπος πανέξυπνος αυτό το παιδί είναι αστέρι στα μαθηματικά

In English

  • star a celestial body appearing as a point of light on the clear night sky, whose pos
  • wonder someone very talented at something, a genius

Talk about this word

Cite this
MLA

"αστέρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αστέρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B9

Chicago

"αστέρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αστέρι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}