ασταμάτητος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ασταμάτητος

  • a.staˈma.ti.tos

Where it comes from

ασταμάτητος < α- (στερητικό) + σταματώ + -τος

adjective ασταμάτητος · ασταμάτητη · ασταμάτητο · ασταμάτητου · ασταμάτητης

  1. που δε σταμάτησε, δε σταματάει ή δεν μπορεί κανείς να τον σταματήσει μόλις χάλασαν τα φρένα τού αυτοκινήτου, το όχημα ήταν πια ασταμάτητο

Similar: αδιάκοπος, αέναος, ακατάπαυστος, άπαυτος, ασυγκράτητος · Opposite: σταματημένος, ακινητοποιημένος, ακίνητος, σταθερός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ασταμάτητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ασταμάτητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ασταμάτητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασταμάτητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}