αστείρευτος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αστείρευτος
Where it comes from
αστείρευτος < αστέρευτος (< α- + στερεύω) με επίδραση του στείρος
adjective αστείρευτος · αστείρευτη · αστείρευτο · αστείρευτου · αστείρευτης
- που δεν στερεύει, δεν εξαντλείται, δεν σώνεται, δεν τελειώνει ※ Ατακαδόρος και γελαστός, είναι επίσης προικισμένος με μεγάλη ευφυΐα και ανεξάντλητη δίψα για γνώση. Ο κόσμος γύρω του γαργαλάει συνεχώς την αστείρευτη περιέργειά του: παρατηρεί, εξερευνά και πειραματίζεται με τα πάντα, σε τέτοιο βαθμό που μια μέρα, μεταξύ άλλων ανόητων πραγμάτων, βάζει φωτιά στον
Similar: ανεξάντλητος, ατελείωτος
Thesaurus
adjective
Similar: ανεξάντλητος, ατελείωτος
Talk about this word "αστείρευτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αστείρευτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82 "αστείρευτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αστείρευτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}