αστερίσκος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αστερίσκος
- a.steˈɾi.skos
Where it comes from
αστερίσκος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀστερίσκος < ἀστήρ, ἀστερ- + υποκοριστικό επίθημα -ίσκος
noun αστερίσκος · αστερίσκοι · αστερίσκου · αστερίσκων · αστερίσκο · αστερίσκους
- μικρό αστέρι ※ Για κάθε νέα απονομή, φέρεται στην ταινία του διασήμου ή στη διεμβολή ένας επάργυρος αστερίσκος, μέχρι του αριθμού των τριών(3) (Κυπριακή Δημοκρατία, Ο περί στρατού της Δημοκρατίας νόμος, Κανονισμοί δυνάμει του άρθρου 27, Περί Διαμνημονεύσεων του Στρατού της Δημοκρατίας (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί
- τυπογραφικό σημάδι σε μορφή μικρού αστεριού (*)· τίθεται σε κείμενο για να υποδείξει την ύπαρξη μιας σχετικής υποσημειώσεως
- η επιφύλαξη που διατυπώνεται σε ένα κείμενο από έναν από τους υπογράφοντες ※ Κυβερνητικές πηγές έλεγαν χθες ότι η Ελλάδα μείωσε το έλλειμμα περισσότερο από ό,τι δεσμευόταν, ότι έδειξε μεγάλη συνέπεια στις δεσμεύσεις που ανέλαβε και ότι για πρώτη φορά έχει αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία χωρίς αστερίσκους από τη Εurostat. (από την εφημερίδα Το Βήμα, 17 Νοεμβρίου 2010)
- → δείτε το σύμβολο * αμάρτυρου ή (επ)ανασυντεθειμένου ή αντιγραμματικού τύπου
In English
Talk about this word "αστερίσκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αστερίσκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82 "αστερίσκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αστερίσκος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}