αστιγματικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αστιγματικός

Where it comes from

αστιγματικός < αστιγματισμός + -ικός

adjective αστιγματικός · αστιγματική · αστιγματικό · αστιγματικού · αστιγματικής

  1. που έχει σχέση με τον αστιγματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  2. για πρόσωπα που πάσχει από αστιγματισμό ※ η αδερφή μου είναι αστιγματική και χρειάζεται να φοράει γυαλιά, για να βλέπει καλά

Opposite: αναστιγματικός

Thesaurus

adjective

Opposite: αναστιγματικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αστιγματικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αστιγματικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αστιγματικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αστιγματικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}