מיקווין

αστικοποίηση

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

αστικοποίηση

מאיפה זה בא

αστικοποίηση < αστικοποιώ + -ση

שם עצם αστικοποίηση · αστικοποιήσεις · αστικοποίησης · αστικοποιήσεων

  1. η ένταξη στην αστική τάξη, ενός ατόμου ή ενός τμήματος του πληθυσμού μιας περιοχής
  2. η αποδοχή της αστικής κουλτούρας και του αστικού τρόπου ζωής
  3. η μετατροπή μιας περιοχής σε αστικό κέντρο
  4. η διαρκής και συστηματική συσσώρευση πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα

הפך: απαστικοποίηση

מילים נרדפות והפכים

שם עצם

הפך: απαστικοποίηση

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"αστικοποίηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αστικοποίηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"αστικοποίηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αστικοποίηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}