αστικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αστικός
- a.stiˈkos
Where it comes from
αστικός < αρχαία ελληνική ἀστικός < ἄστυ (2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική urbain· 3. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική civil· 4. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική bourgeois)
adjective αστικός · αστική · αστικό · αστικού · αστικής
-
που έχει σχέση με το άστυ / πόλη, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
Opposite: αγροτικός, επαρχιακός
-
που έχει σχέση με την συγκοινωνία ή την επικοινωνία μέσα σε μια πόλη, ανήκει σ’ αυτές ή αναφέρεται σ’ αυτές
αστικό λεωφορείο
Opposite: υπεραστικός
- που έχει σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός πολίτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
-
που έχει σχέση με την κοινωνική τάξη των αστών και τους αστούς, αναφέρεται σ’ αυτά ή εκφράζει τους αστούς
Opposite: αντιαστικός
In English
Talk about this word "αστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. αστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "αστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αστικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}