αστράγαλος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αστράγαλος

  • aˈstɾa.ɣa.los

Where it comes from

αστράγαλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀστράγαλος

noun αστράγαλος · αστράγαλοι · αστραγάλου · αστράγαλου · αστραγάλων · αστράγαλο

  1. ανατομία το μικρό οστό που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ταρσού, ανάμεσα στην κνήμη και στη φτέρνα
  2. ανθρώπινο σώμα το αντίστοιχο τμήμα του ποδιού ※ Το νερό έτρεχε βρύση από τα λούκια, πιτσιλούσε τρόγυρα κι αναγκάζονταν οι κυρίες να σηκώνουν το φουστάνι πάνω από τον αστράγαλο, ωσάμ' εκεί που άρχιζε η γάμπα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
  3. φυτό : θάμνος που ανήκει στο ταξινομικό γένος Astragalus, που ανήκει στη κατηγορία των βοτάνων το βότανο αστράγαλος είναι περισσότερο γνωστός με τα ονόματα τετραγκαθιά ή τετράγκαθο
  4. το συμπλήρωμα διατροφής βασισμένο στον αστράγαλο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αστράγαλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αστράγαλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"αστράγαλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αστράγαλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}