ασυζητητί

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ασυζητητί

Where it comes from

ασυζητητί < ασυζήτητος + -ί < α- + συζητώ

adverb ασυζητητί

  1. formal, neologism, λόγιο, νεολογισμός επειδή θεωρείται απολύτως βέβαιο
  2. broadly, formal, neologism, λόγιο, νεολογισμός, κατ’ επέκταση επειδή δεν επιδέχεται αντίρρηση Η αλήθεια είναι πως το γεγονός ότι οι Γερμανοί ηγέτες συζητούν με εθελόδουλους πολιτικούς ηγέτες, οι οποίοι πρόθυμα υπακούουν ασυζητητί σε οποιαδήποτε απαίτηση του Βερολίνου, δεν τους βοηθά να αντιληφθούν την έκταση της οργής και του μίσους που προκαλεί η πολιτική που επιβάλλουν στην ΕΕ. (*)

Similar: αναμφισβήτητα, αναντίρρητα

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ασυζητητί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%AF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ασυζητητί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%AF

Chicago

"ασυζητητί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασυζητητί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%AF},
  urldate = {2026-11-07}
}