ασυνέπεια
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
ασυνέπεια
- a.siˈne.pi.a
מאיפה זה בא
ασυνέπεια < ασυνεπ(ής) + -εια, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική inconséquence. Μορφολογικά αναλύεται σε α- στερητικό + συνέπεια
שם עצם ασυνέπεια · ασυνέπειες · ασυνέπειας · ασυνεπειών
- το να είναι κάποιος ασυνεπής, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ασυνεπούς
- ανακολουθία, λογική ανακολουθία· μία τήρηση κανόνα ή άλλης λογικής ρουτίνας/μεθοδολογίας/κανονικότητας
הפך: συνέπεια
מילים נרדפות והפכים
שם עצם
הפך: συνέπεια
לדבר על המילה הזו "ασυνέπεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ασυνέπεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B1 "ασυνέπεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B1.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {ασυνέπεια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}