ασυναρτησία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ασυναρτησία
- a.si.naɾ.tiˈsi.a
Where it comes from
ασυναρτησία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀσυναρτησία < α- (στερητικό) + συναρτώ
noun ασυναρτησία · ασυναρτησίες · ασυναρτησίας · ασυναρτησιών
- η έλλειψη λογικής σειράς και ειρμού ※ στην περίπτωση της συγκεκριμένης ταινίας είχα νιώσει ότι, ε, όπως και να το κάνεις, ο δημιουργός πήγαινε γυρεύοντας για να τον κράξουν, με τέτοιο συνδυασμό ασυναρτησίας, δηθενιάς και έπαρσης που ξετύλιγε στο πανί (Απόστολος Δοξιάδης, Το τηλεφώνημα που δεν έγινε, Εκδ. Ίκαρος, 2022)
- ο ακατανόητος λόγος, που δεν έχει λογική σειρά και ειρμό
In English
- incoherence quality of being incoherent
Talk about this word "ασυναρτησία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ασυναρτησία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B1 "ασυναρτησία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ασυναρτησία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}