ασύγγνωστος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ασύγγνωστος

Where it comes from

ασύγγνωστος < ελληνιστική κοινή ἀσύγγνωστος < αρχαία ελληνική συγγνωστός

adjective ασύγγνωστος · ασύγγνωστη · ασύγγνωστο · ασύγγνωστου · ασύγγνωστης

  1. που δεν είναι δυνατόν να συγχωρεθεί ※ αν στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης το καραμανλικό σχήμα περί «αριστεροχουντισμού» (που καταγγέλθηκε τότε πάνδημα σαν ασύγγνωστη τερατολογία) απέβλεπε κυρίως στον στιγματισμό και την υπονόμευση μιας Αριστεράς που μειοψηφούσε μεν συντριπτικά στο Κοινοβούλιο αλλά κυριαρχούσε αριθμητικά στο πεζοδρ

Similar: ασυγχώρητος

Thesaurus

adjective

Similar: ασυγχώρητος

Talk about this word

Cite this
MLA

"ασύγγνωστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%B3%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ασύγγνωστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%B3%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ασύγγνωστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%B3%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασύγγνωστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%B3%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}