Μίκουιν

ασύνειδος

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

ασύνειδος

Από πού έρχεται

ασύνειδος < α- στερητικό + συνειδέναι

επίθετο ασύνειδος · ασύνειδη · ασύνειδο · ασύνειδου · ασύνειδης

  1. που λέγεται ή γίνεται χωρίς παρέμβαση της συνείδησης, χωρίς επίγνωση, μη συνειδητός ※ Ξέρει ότι, όταν γράφει, μιλάει με την επιθυμία, δηλαδή με ολόκληρο τον ψυχοσωματικό εαυτό του· κυρίως με τις ασύνειδες και πολυσχιδείς ενορμήσεις του προς έκφραση, οι οποίες, υπερβαίνοντας κάθε πρόθεση, αναγκάζουν τη γλώσσα του να συστοιχηθεί με αυτές και να υπερβεί τη μονοσημία της διανοητικής δι

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"ασύνειδος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ασύνειδος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%BF%CF%82

Chicago

"ασύνειδος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασύνειδος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}