ατελέσφορος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ατελέσφορος

  • a.teˈle.sfo.ɾos

Where it comes from

ατελέσφορος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀτελεσφόρος < ἀ- + τελεσφόρος < τέλος + -φορος

adjective ατελέσφορος · ατελέσφορη · ατελέσφορο · ατελέσφορου · ατελέσφορης

  1. χωρίς αποτέλεσμα, που δεν έχει πετύχει το σκοπό του ※ Το πρόβλημα είναι ότι η αξιωματική αντιπολίτευση προσέρχεται σε αυτές τις δύσκολες συζητήσεις χωρίς σαφές πρόγραμμα, δίνοντας την εντύπωση ότι θα το διαμορφώσει με βάση τις αντιδράσεις, ακολουθώντας δηλαδή μια ατελέσφορη διαπραγματευτική τακτική με τον πρόσθετο κίνδυνο να χάσει στην πορεία και αυτ

Similar: αναποτελεσματικός, άκαρπος, μάταιος · Opposite: τελεσφόρος, αποτελεσματικός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ατελέσφορος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ατελέσφορος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"ατελέσφορος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ατελέσφορος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}