ατμόσφαιρα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ατμόσφαιρα
- aˈtmo.sfe.ɾa
Where it comes from
ατμόσφαιρα < ατμό- + σφαίρα, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική atmosphère < αρχαία ελληνική ἀτμός + σφαῖρα
noun ατμόσφαιρα · ατμόσφαιρες · ατμόσφαιρας · ατμοσφαιρών
- η μάζα αερίων που βρίσκεται γύρω από ένα πλανήτη ή δορυφόρο. Στη Γη, η ατμόσφαιρα είναι απαραίτητη για την επιβίωση των οργανισμών και διακρίνεται σε τροπόσφαιρα, στρατόσφαιρα, μεσόσφαιρα, θερμόσφαιρα ή ιονόσφαιρα και εξώσφαιρα.
- η μάζα αερίων που καλύπτει μια περιοχή ※ Στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που είχε αφήσει πίσω του ένας αέρας ζεστός σαν χαμσίνι, ο Νάσερ με γκρίζο κουστούμι, όρθιος στο ανοιχτό του αυτοκίνητο, περιτριγυρισμένος από τη σωματοφυλακή του, διέσχιζε αργά τους δρόμους της Αλεξάνδρειας, ανασαίνοντας το διακριτικό της άρωμα από τα φούλια και τα γιασ
- οι μετεωρολογικές συνθήκες που επικρατούν σε μια περιοχή η ατμόσφαιρα αύριο θα είναι διαυγής
- ο αέρας σε ένα συγκεκριμένο χώρο άνοιξε το παράθυρο να ανανεωθεί η ατμόσφαιρα
- η συναισθηματική ή ψυχολογική διάθεση που κυριαρχεί σε ένα χώρο με τα πρώτα χαμόγελα η ατμόσφαιρα έγινε λιγότερο αμήχανη
- το αεριώδες περίβλημα των ουράνιων σωμάτων
- μονάδα μέτρησης της πίεσης που ασκούν ατμοί ή αέρια πίεση 2 ατμοσφαιρών
Similar: ατμοσφαίρα, παρωχημένο
Thesaurus
noun
Similar: ατμοσφαίρα, παρωχημένο
In English
- atmosphere gases surrounding the Earth
- ambiance particular mood or atmosphere of an environment
Talk about this word "ατμόσφαιρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BC%CF%8C%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ατμόσφαιρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BC%CF%8C%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B1 "ατμόσφαιρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BC%CF%8C%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ατμόσφαιρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BC%CF%8C%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}