ατμόσφαιρα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ατμόσφαιρα

  • aˈtmo.sfe.ɾa

Where it comes from

ατμόσφαιρα < ατμό- + σφαίρα, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική atmosphère < αρχαία ελληνική ἀτμός + σφαῖρα

noun ατμόσφαιρα · ατμόσφαιρες · ατμόσφαιρας · ατμοσφαιρών

  1. singular only, μόνο στον ενικό, μετεωρολογία η μάζα αερίων που βρίσκεται γύρω από ένα πλανήτη ή δορυφόρο. Στη Γη, η ατμόσφαιρα είναι απαραίτητη για την επιβίωση των οργανισμών και διακρίνεται σε τροπόσφαιρα, στρατόσφαιρα, μεσόσφαιρα, θερμόσφαιρα ή ιονόσφαιρα και εξώσφαιρα.
  2. singular only, μόνο στον ενικό η μάζα αερίων που καλύπτει μια περιοχή ※ Στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που είχε αφήσει πίσω του ένας αέρας ζεστός σαν χαμσίνι, ο Νάσερ με γκρίζο κουστούμι, όρθιος στο ανοιχτό του αυτοκίνητο, περιτριγυρισμένος από τη σωματοφυλακή του, διέσχιζε αργά τους δρόμους της Αλεξάνδρειας, ανασαίνοντας το διακριτικό της άρωμα από τα φούλια και τα γιασ
  3. singular only, μόνο στον ενικό οι μετεωρολογικές συνθήκες που επικρατούν σε μια περιοχή η ατμόσφαιρα αύριο θα είναι διαυγής
  4. singular only, μόνο στον ενικό ο αέρας σε ένα συγκεκριμένο χώρο άνοιξε το παράθυρο να ανανεωθεί η ατμόσφαιρα
  5. figuratively, singular only, μόνο στον ενικό, μεταφορικά η συναισθηματική ή ψυχολογική διάθεση που κυριαρχεί σε ένα χώρο με τα πρώτα χαμόγελα η ατμόσφαιρα έγινε λιγότερο αμήχανη
  6. αστρονομία το αεριώδες περίβλημα των ουράνιων σωμάτων
  7. φυσική μονάδα μέτρησης της πίεσης που ασκούν ατμοί ή αέρια πίεση 2 ατμοσφαιρών

Similar: ατμοσφαίρα, παρωχημένο

Thesaurus

In English

  • atmosphere gases surrounding the Earth
  • ambiance particular mood or atmosphere of an environment

Talk about this word

Cite this
MLA

"ατμόσφαιρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BC%CF%8C%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ατμόσφαιρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BC%CF%8C%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B1

Chicago

"ατμόσφαιρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BC%CF%8C%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ατμόσφαιρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BC%CF%8C%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}