ατομισμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ατομισμός

Where it comes from

ατομισμός < άτομο + -ισμός

noun ατομισμός · ατομισμοί · ατομισμού · ατομισμών · ατομισμό · ατομισμούς

  1. η αντίληψη σύμφωνα με την οποία η κοινωνία αποτελείται κατά κύριο λόγο από ένα σύνολο ιδιοτελών ατόμων παρά από διάφορες κοινωνικές ομάδες ※ Έτσι, ο Αυγουστίνος αναγνωρίζει κυριαρχική θέση στην ατομική βούληση (βουλησιαρχικός ατομισμός), αλλά διατηρεί και το αριστοτελικό-νεοπλατωνικό στοιχείο της αιωνιότητας του Θείου Λόγου. (Αλέξης Καρπούζος, Φιλοσοφία της Ιστορίας, Εργαστήριο Σκέψης, 2015, σελ. 17)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ατομισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ατομισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"ατομισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ατομισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}