ατοπικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ατοπικός

Where it comes from

ατοπικός < άτοπ(ος) + -ικός

:* για την ιατρική < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική atopic + -ός < αρχαία ελληνική ἀτοπία < ἄτοπος < ἀ- + τόπος

adjective ατοπικός · ατοπική · ατοπικό · ατοπικού · ατοπικής

  1. rare, σπάνιο που έχει σχέση ή αναφέρεται στην έλλειψη κάποιου (συγκεκριμένου) τόπου
  2. neologism, ιατρική, νεολογισμός που έχει προδιάθεση για αλλεργίες και εμφανίζει αλλεργικές αντιδράσεις λόγω κληρονομικής προδιάθεσης υπώνυμα: αλλεργικός

noun ατοπικός · ατοπική · ατοπικό · ατοπικού · ατοπικής

  1. neologism, ιατρική, νεολογισμός αυτός που εμφανίζει ατοπία, δηλαδή προδιάθεση για αλλεργίες και αλλεργικές αντιδράσεις λόγω κληρονομικής προδιάθεσης

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ατοπικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ατοπικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ατοπικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ατοπικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}