ατού

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ατού

  • aˈtu

Where it comes from

ατού < απροσάρμοστο (λόγιο δάνειο) γαλλική atout (προφορά: ΔΦΑ : /a.tu/)

noun ατού

  1. οποιοδήποτε προτέρημα ή ιδιότητα που δίνει υπεροχή σε αυτόν που την έχει Έχει όλα τα ατού για να ανέλθει, όλα τα προσόντα.

    Similar: προσόν, αβαντάζ

  2. χαρτοπαίγνιο, μπριτζ το χρώμα που ορίζεται ότι είναι ανώτερο από τα άλλα Το συμβόλαιο που παίζουμε είναι χρωματιστό, με ατού ή Χωρίς Ατού;
  3. χαρτοπαίγνιο, μπριτζ οποιοδήποτε χαρτί χρώματος που έχει οριστεί ως ατού

adjective ατού

  1. γενική ενικού του ατός
  2. γενική ενικού του ατό

In English

  • trump suit that outranks all others

Talk about this word

Cite this
MLA

"ατού." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ατού. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D

Chicago

"ατού." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ατού},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D},
  urldate = {2026-11-07}
}