αυθαίρετος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυθαίρετος

  • aˈfθe.ɾe.tos

Where it comes from

αυθαίρετος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αὐθαίρετος (που ενεργεί με ελεύθερη επιλογή) < αὐτός + αἱρέω

adjective αυθαίρετος · αυθαίρετη · αυθαίρετο · αυθαίρετου · αυθαίρετης

  1. που δε βασίζεται στη λογική ή σε αρχές οι λέξεις μιας γλώσσας είναι αυθαίρετες σε σχέση με την έννοια τους
  2. που γίνεται κατά βούληση και σύμφωνα με τις προσωπικές επιθυμίες, χωρίς την εφαρμογή νόμων ή ορισμένων κριτηρίων οι πρόσφατες απολύσεις στην εταιρία ήταν αρκετά αυθαίρετες, το ακίνητο χτίστηκε χωρίς να εκδοθεί οικοδομική άδεια και είναι αυθαίρετο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυθαίρετος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%B8%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυθαίρετος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%B8%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αυθαίρετος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%B8%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυθαίρετος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%B8%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}