αυθαιρεσία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυθαιρεσία

  • a.fθe.ɾeˈsi.a

Where it comes from

αυθαιρεσία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα αὐθαιρεσία < γαλλική arbitraire. Συγχρονικά αναλύεται σε αυθαίρε(τος) + -σία.

noun αυθαιρεσία · αυθαιρεσίες · αυθαιρεσίας · αυθαιρεσιών

  1. η ιδιότητα του αυθαίρετου διοικητική αυθαιρεσία

    Similar: ετσιθελισμός

  2. broadly, κατ’ επέκταση η αυθαίρετη πράξη ή συμπεριφορά πολεοδομικές αυθαιρεσίες

    Similar: ετσιθελισμός

  3. ενέργεια η πράξη η οποία παραβιάζει τα δικαιώματα άλλου > υπερώνυμα: παρανομία
  4. γλωσσολογία διαβαθμίσιμο φάσμα που μετράει το πόσο μία λέξη (σημαίνον) είναι κατανοητή από τον ήχο και την μορφή της σε σχέση με αυτό που σημαίνει (σημαινόμενο), το φάσμα αυτό αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του γλωσσικού σημείου ※ Βασικό χαρακτηριστικό του γλωσσικού σημείου, σύμφωνα με το οποίο η σχέση ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο δεν αιτιολογείται· αποτελεί αυθαιρεσία η οποία έχει επιβληθεί από την κοινωνική σύμβαση. … Η αυθαιρεσία δεν είναι απόλυτη έννοια αλλά διαβαθμίσιμη, στον βαθμό που οι γλώσσες παρουσιάζου

    Similar: αυθαίρετο του γλωσσικού σημείου

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυθαιρεσία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%B8%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυθαιρεσία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%B8%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αυθαιρεσία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%B8%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυθαιρεσία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%B8%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}