αυλός

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

αυλός

  • aˈvlos

Da dove viene

αυλός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αὐλός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eulos (σωλήνας)

sostantivo αυλός · αυλοί · αυλού · αυλών · αυλό · αυλούς

  1. μουσικό όργανο πνευστό μουσικό όργανο, που αποτελείται από καλάμι ή μακρόστενο σωλήνα από άλλο υλικό, μέσα στα οποία φυσάει ο αυλητής, ενώ συγχρόνως πιέζει με τα δάχτυλά του τις τρύπες που έχει ο σωλήνας
  2. general, γενικότερα κάθε είδος φλάουτου
  3. figuratively, μεταφορικά οτιδήποτε μοιάζει με αυλό: εργαλείο, εξάρτημα μηχανής κ.λπ.
  4. ανατομία κοιλότητα ή σωληνοειδής αγωγός σε κάποιον οργανισμό
  5. το καμινέτο

In inglese

  • pipe type of wind instrument
  • aulos Translations

Parla di questa parola

Cita
MLA

"αυλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αυλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%82

Chicago

"αυλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυλός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}