αυνανισμός

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

αυνανισμός

  • av.na.niˈzmos

Da dove viene

αυνανισμός < γαλλική onanisme < ελληνιστική κοινή Αὐνάν < εβραϊκή אוֹנָן (onán)

sostantivo αυνανισμός · αυνανισμοί · αυνανισμού · αυνανισμών · αυνανισμό · αυνανισμούς

  1. η σεξουαλική αυτοϊκανοποίηση ※ Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σ

In inglese

Parla di questa parola

Cita
MLA

"αυνανισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυνανισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"αυνανισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυνανισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}