ميكوين

αυστηρότητα

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

αυστηρότητα

  • af.stiˈɾo.ti.ta

من أين أتت

αυστηρότητα < αρχαία ελληνική αὐστηρότης

اسم αυστηρότητα · αυστηρότητες · αυστηρότητας · αυστηροτήτων

  1. η ιδιότητα του να είναι κανείς αυστηρός το πρόσωπό του απέπνεε αυστηρότητα
  2. ο βαθμός στον οποίο τηρούνται οι κανόνες (πχ. μιας σχολικής τάξης), η εμμονή στη συμμόρφωση χωρίς παρεκκλίσεις
  3. τέχνες η απλότητα, η λιτότητα στο στυλ

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"αυστηρότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυστηρότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"αυστηρότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυστηρότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}