αυστραλός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυστραλός¹

noun αυστραλός · αυστραλοί · αυστραλού · αυστραλών · αυστραλό · αυστραλούς

  1. adjective, σε επιθετική λειτουργία ο Αυστραλός

Αυστραλός²

  • af.stɾaˈlos

Where it comes from

Αυστραλός < Αυστραλ(ία) + -ός (μαρτυρείται από το 1894)

proper noun Αυστραλός · Αυστραλοί · Αυστραλού · Αυστραλών · Αυστραλό · Αυστραλούς

  1. εθνικό όνομα που κατάγεται από την Αυστραλία ή έχει αυστραλιανή υπηκοότητα ※ Για παράδειγμα, οι λευκοί, αγγλόφωνοι Αυστραλοί που κατάγονται από Άγγλους συχνά χαρακτηρίζονται ως «αληθινοί Αυστραλοί», «Aussies» ή απλά ως «Αυστραλοί». Σε αντίθεση με αυτή την κατηγορία υπάρχει μια άλλη κατηγορία Αυστραλών, που είναι γνωστοί ως «εθνοτικοί Αυστραλοί» ή πιο επίσημα ως «νέοι Αυστρ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυστραλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυστραλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82

Chicago

"αυστραλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυστραλός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}