αυστριακός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Αυστριακός¹
- af.stɾi.aˈkos
Where it comes from
Αυστριακός < Αυστρί(α) + -ακός (μαρτυρείται από το 1728)
proper noun Αυστριακός · Αυστριακοί · Αυστριακού · Αυστριακών · Αυστριακό · Αυστριακούς
- αυτός που κατάγεται από την Αυστρία ή έχει αυστριακή υπηκοότητα ※ Μετά την αποτυχία των επαναστάσεων του 1848-49 στα περισσότερα κράτη της Ιταλίας εφαρμόστηκαν κατασταλτικά μέτρα από απολυταρχικές κυβερνήσεις, οι οποίες, με τη στήριξη της Αυστρίας, ακύρωσαν τις φιλελεύθερες παραχωρήσεις που είχαν προηγηθεί. Οι Αυστριακοί ενίσχυσαν την παρουσία τους με στρατιωτικ
- παρατσούκλι του φίλαθλου που υποστηρίζει τον Ολυμπιακό Βόλου
αυστριακός²
- af.stɾi.aˈkos
Where it comes from
αυστριακός < Αυστριακός < Αυστρί(α) + -ακός
adjective αυστριακός · αυστριακή · αυστριακό · αυστριακού · αυστριακής
- ο σχετικός με την Αυστρία ή τους Αυστριακούς
In English
- Austrian related to Austria
Talk about this word "αυστριακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αυστριακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82 "αυστριακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αυστριακός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}