αυτάρκεια
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αυτάρκεια
Where it comes from
αυτάρκεια < αρχαία ελληνική αὐτάρκεια < αὐτός + ἀρκέω / ἀρκῶ
noun αυτάρκεια · αυτάρκειες · αυτάρκειας · αυταρκειών
- η ιδιότητα του αυτάρκους, η πληρότητα σχετικά με όλα τα αναγκαία, η έλλειψη ανάγκης για εξωτερική βοήθεια ※ Όλα τα εγκώμια μάλιστα που αφειδώς επιδαψιλεύονται από γλωσσαμύντορες παντός συμφέροντος επί της ελληνικής δε δείχνουν παρά μόνο μια πραγματικότητα: τη μονοφωνική αυτάρκεια της γλωσσικής κατάστασης, την αδυναμία της γλώσσας, όχι πλέον στο επίπεδο ιδεών αλλά ... (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 436-439, 2
In English
- autarky (policy of) national economic self-sufficiency
- self-sufficiency condition of being self-sufficient
Talk about this word "αυτάρκεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αυτάρκεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1 "αυτάρκεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αυτάρκεια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}