αυτάρκης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυτάρκης

  • aˈftaɾ.cis

Where it comes from

αυτάρκης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αὐτάρκης. Με πρόθημα αυτ- → και δείτε τη λέξη αὐτάρκης

adjective αυτάρκης · αύταρκες · αυτάρκους · αυτάρκη

  1. που ικανοποιεί μόνος του τις ανάγκες του ※ Κάποτε, σε μυθιστόρημα συγγραφέα που δε θυμάται το όνομά του, είχε διαβάσει τη φράση «Τελικά ο Αυνάν ήταν αυτάρκης». Τον είχε εντυπωσιάσει τότε η φράση εκείνη. Μπορεί και να του απενοχοποιούσε εφηβικές παρασπονδίες. (Μάνος Κοντολέων, Κόντρα ρόλος, εκδ. Πατάκης, 2025)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυτάρκης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυτάρκης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B7%CF%82

Chicago

"αυτάρκης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυτάρκης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}