αυταπάρνηση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυταπάρνηση

  • af.taˈpaɾ.ni.si

Where it comes from

αυταπάρνηση < καθαρεύουσα αὐταπάρνησις < αυτ(ο)- + απαρνούμαι (απαρνη-) + -ση και μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-denial

noun αυταπάρνηση · αυταπαρνήσεις · αυταπάρνησης · αυταπαρνήσεων

  1. το να απαρνιέται κάποιος τον εαυτό του για τους άλλους, να θυσιάζει τα συμφέροντα του για καλό σκοπό ※ Οἱ λόγιοι, καθὰ σπανιότεροι, ἀπελάμβανον μεγαλειτέρας τότε τιμῆς, ἦσαν δ' ἐν γένει τῆς τοιαύτης τιμῆς ἄξιοι, διότι ἐγνώριζον καλῶς ὅσα ἐπηγγέλλοντο ὅτι γνωρίζουν, καὶ εἰργάζοντο μετ’ αὐταπαρνήσεως πρὸς φωτισμὸν τοῦ Γένους. (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας, κεφάλαιο Γ΄, 1879)

Similar: αλτρουισμός, αυτοθυσία

Thesaurus

In English

  • self-denial action that sacrifices one's own benefit for the good of others

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυταπάρνηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυταπάρνηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"αυταπάρνηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυταπάρνηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}