αυταπάτη
Ελληνικά
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
αυταπάτη
- a.ftaˈpa.ti
यह कहाँ से आया
αυταπάτη < αυτ- + απάτη, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-deception
संज्ञा αυταπάτη · αυταπάτες · αυταπάτης · αυταπατών
- η κατάσταση κατά την οποία κάποιος παραπλανά (απατά) τον ίδιο του τον εαυτό με το να αποδέχεται ως αληθινό κάτι που δεν είναι, επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να αντιληφθεί την πραγματικότητα ※ Με τη δική σου την εφηβεία: Αμόλευτη από την πρόληψη και την τύψη που βασανίσαν εμάς , τις αυταπάτες που αφήσαμε εμείς να μας βαυκαλίζουν, γυμνή κι από τα στολίσματα τα δικά μας ... (Δημήτρης Χατζής: μια συνείδηση της ρωμιοσύνης, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1999, σελ. 47)
अंग्रेज़ी में
- delusion act of deluding; deception; a misleading of the mind
- self-deception fooling oneself
इस शब्द पर बात करें "αυταπάτη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αυταπάτη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%B7 "αυταπάτη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%B7.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {αυταπάτη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}