αυτισμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυτισμός

  • a.ftiˈsmos

Where it comes from

αυτισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Autismus < αρχαία ελληνική αὐτός + -ismus (-ισμός)

noun αυτισμός · αυτισμοί · αυτισμού · αυτισμών · αυτισμό · αυτισμούς

  1. ιατρική, ψυχιατρική ψυχοπαθολογική πάθηση που σαν χαρακτηριστικό της έχει -εκτός των άλλων- την ελλιπή κοινωνική αλληλεπίδραση και επικοινωνία και την στερεότυπη επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά ※ Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυτισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυτισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"αυτισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυτισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}