αυτοαμφισβήτηση
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
αυτοαμφισβήτηση
מאיפה זה בא
αυτοαμφισβήτηση < αυτό + αμφισβήτηση
שם עצם αυτοαμφισβήτηση · αυτοαμφισβητήσεις · αυτοαμφισβήτησης · αυτοαμφισβητήσεων
- η ενέργεια του αυτοαμφισβητούμαι, η ενέργεια αυτού που αμφισβητεί τον ίδιο του τον εαυτό ως προς τις ικανότητές του
באנגלית
- self-doubt doubting of one's own abilities
לדבר על המילה הזו "αυτοαμφισβήτηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αυτοαμφισβήτηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7 "αυτοαμφισβήτηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {αυτοαμφισβήτηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}